Πουλχερία


ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ: Παραδοσιακό όνομα, που προκύπτει από το λατινικό επίθετο «pulcher» και σημαίνει η «όμορφη». Εναλλακτικώς, είναι παράγωγο από το «πούλος» και το «χέρι» και σημαίνει την όμορφη και εύθυμη χείρα με τα πέντε ορφανά, το χειρογλύκανο.

Η Πουλχερία έχει γίνει διάσημη από το ομώνυμο ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου και από τη παραδοσιακή συνήθεια του εθνικού μαλάκα.

-Τον άφησε η Λίλιαν τον Πέρι!

-Έλα ρε! Μπουκάλα πάλι ο καψερός;

-Όχι, τώρα είναι με την Πουλχερία!

-Την ποιαν;

Λένε ότι ο Νίκος Εγγονόπουλος είναι σουρεαλιστής, αλλά νομίζω ότι είναι συμβολιστής και σλανγκιστής. Αναγνώστε το παρακάτω ποίημα με την ερμηνευτική κλείδα του σλανγκισμού και θα δείτε ότι βγάζει νόημα:
Η Πουλχερία είναι η σεμνή και τραγική παρθένα χείρα, η οποία πεθαίνει την παραμονή του γάμου, επειδή παύει πλέον να έχει λόγο ύπαρξης! Και μάλιστα αφού έχει «σφουγγαρίσει πριν προσεκτικά όλο το σπίτι», ήτοι αφού έχει επιδοθεί σε ένα μεγαλειώδες κύκνειο άσμα, μετά από το οποίο οφείλει να αποχαιρετήσει το «μπαλσαμωμένο πουλί» της! Ναι, ο Εγγονόπουλος δεν είναι σουρεαλιστής, είναι σλανγκιστής!

ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ – Νίκος Εγγονόπουλος

ερώτησα κάποτες
γιατί τάχατες η τραγική
και σεμνή παρθένα
που λέγονταν Πουλχερία
την παραμονή του γάμου της
σφουγγάρισε προσεκτικά όλο το σπίτι
και την επομένη απέθανε;

Μια που καθάρισε και νοικοκύρεψε
τα πάντα γιατί δε χάρηκε
κι αυτή τις μακρυές λευκές νταντέλλες
τους λευκούς πολύπλοκους φαρμπαλάδες
και τα πολύχρωμα μεγάλα φτερά του γάμου;
γιατί εναπόθεσε έτσι σιωπηλα

χάμω στα σανίδια
τη μεγάλη κίτρινη πεταλούδα
και τα χάρτινα λουλούδια
που ήτανε μέσα στο κεφάλι της;
το μπαλσαμωμένο πουλί
που ήτανε μέσα στο κλουβί
του θώρακά της; γιατί;
διότι
– είπε ίσως ο πατέρας μου –
διότι πρέπει να έχη
ο στρατιώτης το τσιγάρο του
το μικρό παιδί την κούνια του
κι ο ποιητής τα μανιτάρια του
διότι πρέπει να έχη
ο στραδιώτης την πλεκτάνη του
το μικρό παιδί τον τάφο του
ο ποιητής τη ροκάνα του
διότι πρέπει να έχη ο στραθιώτης
το σκεπάρνι του
το μικρό παιδί το βλέμμα του
ο ποιητής το ροκάνι του

«Πρωινό τραγούδι», 37-66.
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, 1939. Ποιήματα, Α΄. Ίκαρος, 1977. 129-130.

1 σχόλιο (+add yours?)

  1. Savvina
    Οκτ. 07, 2009 @ 11:19:19

    Βρε την καημένη την Πουλχερία….
    Τι άσχημο παιχνίδι της έπαιξε η μοίρα της….
    Καλημερούδιαααααααααααα……

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: